Έρευνα EY: Οι 10 κορυφαίοι κίνδυνοι για τις τηλεπικοινωνίες το 2024

Οι μεταβαλλόμενες απαιτήσεις γύρω από την ιδιωτικότητα, την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη, αναδεικνύονται ως ο κορυφαίος κίνδυνος που θα κληθούν να διαχειριστούν οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών το 2024. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της EY, Top 10 risks in telecommunications, δημιουργούνται νέες πιέσεις για την ανθεκτικότητα των οργανισμών στον κυβερνοχώρο, καθώς η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη (GenAI) θέτει υπό αμφισβήτηση τις υπάρχουσες στρατηγικές διαχείρισης δεδομένων.
Το 68% των ερωτηθέντων στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών πιστεύουν ότι δεν κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο για να διαχειριστούν τις ακούσιες συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ το 74% αναφέρουν ότι χρειάζεται να αναλάβουν περισσότερες δράσεις για να μετριάσουν τους «κακόβουλους παράγοντες», που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την τεχνητή νοημοσύνη για να υποστηρίξουν επιθέσεις στον κυβερνοχώρο και άλλες επιζήμιες δραστηριότητες. Την ίδια στιγμή, το 53% των συμμετεχόντων εκτιμούν ότι το κόστος των παραβιάσεων στον κυβερνοχώρο, θα διαμορφωθεί εν τέλει σε περισσότερα από $3 εκατ. για τον οργανισμό τους για το 2023, καταγράφοντας αύξηση 40% σε σχέση με το 2022.
Η επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης οδηγεί, επίσης, σε ενίσχυση των κινδύνων που συνδέονται με το ρυθμιστικό περιβάλλον, οι οποίοι βρίσκονται, για το 2024, στην ένατη από τη 10η θέση. Η έκθεση τονίζει ότι εγείρονται ερωτήματα ως προς τη μελλοντική νομοθεσία για την τεχνητή νοημοσύνη, δημιουργώντας αβεβαιότητες για τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών. Οι πιέσεις αυτές, ενισχύονται από τις αποκλίσεις μεταξύ των διαφόρων εθνικών πολιτικών και κατευθυντήριων γραμμών για την τεχνητή νοημοσύνη.
Προσέλκυση και διακράτηση ταλέντων
Η ανεπαρκής διαχείριση του ανθρώπινου ταλέντου και των δεξιοτήτων, εμφανίζεται για πρώτη φορά μεταξύ των 10 κορυφαίων κινδύνων για τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση. Και πάλι, αυτό συνδέεται και με την εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης. Με τις αναμενόμενες εξελίξεις, τόσο στην GenAI, όσο και στο edge computing, η ζήτηση για ψηφιακές δεξιότητες αυξάνεται διαρκώς. Επιπλέον, η έλλειψη μηχανικών δικτύου αποτελεί μία από τις πιο άμεσες προκλήσεις για τον κλάδο.
Η τάση αυτή, επιδεινώνεται από τις οικονομικές πιέσεις, οι οποίες απειλούν τη μελλοντική γενιά ταλέντων. Περισσότεροι από τους μισούς (55%) εργοδότες στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών, που συμμετείχαν στην έρευνα, έχουν προχωρήσει σε πάγωμα των προσλήψεων – σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από αυτό που καταγράφηκε στο σύνολο των κλάδων της οικονομίας (28%). Συγχρόνως, το 61% των εταιρειών τηλεπικοινωνιών αναφέρουν ότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη διακράτηση ταλέντων, εξαιτίας των περικοπών μισθών και παροχών, στο πλαίσιο των προσπαθειών μείωσης του κόστους.
Οι καταναλωτές αναζητούν καλύτερα πακέτα συμφωνιών
Υποχωρώντας οριακά, στη δεύτερη θέση της κατάταξης, η ανταπόκριση των εταιρειών τηλεπικοινωνιών στις ανάγκες των καταναλωτών στη διάρκεια της κρίσης αυξημένου κόστους ζωής, παραμένει κορυφαία πρόκληση για το 2024. Ενώ μόνο το 16% των καταναλωτών μειώνουν τις δαπάνες τους για σταθερή και κινητή συνδεσιμότητα, πολλοί αναζητούν καλύτερες προσφορές – με 60% να αναφέρουν ότι εξαιτίας του αυξημένου κόστους ζωής, είναι πιο πιθανό να αναζητήσουν στην αγορά καλύτερες προσφορές. Το ποσοστό των νοικοκυριών που επισκέπτονται ιστότοπους σύγκρισης τιμών ή συμβουλεύονται φίλους και συγγενείς, αυξήθηκε από 19% το 2022, σε 30% το 2023.
Οι 10 κορυφαίοι κίνδυνοι που περιλαμβάνονται στην έκθεση για το 2024, είναι:
– Υποτίμηση των μεταβαλλόμενων απαιτήσεων για ιδιωτικότητα, ασφάλεια και εμπιστοσύνη- Ανεπαρκής ανταπόκριση στις ανάγκες των καταναλωτών, κατά τη διάρκεια της κρίσης κόστους ζωής- Ανεπαρκής διαχείριση ταλέντων και δεξιοτήτων- Κακή διαχείριση της ατζέντας για τη βιώσιμη ανάπτυξη- Αποτυχία αξιοποίησης νέων επιχειρηματικών μοντέλων- Ανεπαρκής ποιότητα δικτύου και πρόταση αξίας- Αποτυχία βελτίωσης της κουλτούρας και των τρόπων εργασίας του ανθρώπινου κεφαλαίου- Αναποτελεσματική συνεργασία με εξωτερικά οικοσυστήματα- Αδυναμία προσαρμογής στο μεταβαλλόμενο ρυθμιστικό τοπίο- Αποτυχία μεγιστοποίησης της αξίας των υποδομών
Αναφερόμενος στην έκθεση, ο κ. Γιώργος Αποστολάκης, Εταίρος, Συμβουλευτικές Υπηρεσίες EY Ελλάδος, Επικεφαλής Τομέα Τεχνολογίας, Media και Τηλεπικοινωνιών (TMT) της ΕΥ στην Ελλάδα και στον Νότιο Τομέα της περιοχής της Κεντρικής, Ανατολικής, Νοτιοανατολικής Ευρώπης και Κεντρικής Ασίας (CESA) της ΕΥ Ελλάδος, δήλωσε: «Οι κίνδυνοι ασφάλειας δεδομένων που φέρνει η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών όπως η GenAI, σε συνδυασμό με τις εντεινόμενες ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό με κρίσιμες δεξιότητες, αλλά και την πίεση στους καταναλωτές από τον υψηλό πληθωρισμό και την ακρίβεια, δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον για τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών το 2024. Για να διαχειριστούν αυτό το τοπίο, θα πρέπει να επενδύσουν σε νέα επιχειρηματικά μοντέλα, να βελτιώσουν τις υποδομές δικτύου και να δώσουν έμφαση στην εκπαίδευση των ανθρώπων τους, ώστε να μπορέσουν να διαμορφώσουν μία νέα πρόταση αξίας, τόσο για τους πελάτες τους, όσο και εσωτερικά, στον ίδιο τον οργανισμό, ενισχύοντας έτσι την εμπιστοσύνη».
Ο κ. Λάμπρος Ίσκος, Εταίρος στο Τμήμα Technology Consulting της ΕΥ Ελλάδος, σημείωσε: «Είναι εύλογο οι προκλήσεις που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη να βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα των στελεχών του κλάδου των τηλεπικοινωνιών για το 2024. Δεν πρέπει, ωστόσο, να υποτιμάται η κρισιμότητα και άλλων ζητημάτων που θα απασχολήσουν τον κλάδο, όπως οι συνεπαγόμενες αλλαγές στο ρυθμιστικό περιβάλλον, η ποιότητα του δικτύου και η ανάγκη στήριξης των καταναλωτών σε μία περίοδο μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Παράλληλα, για να αντιμετωπίσουν τις ελλείψεις σε κρίσιμες δεξιότητες που θα είναι απαραίτητες για τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας, οι εταιρείες του κλάδου θα πρέπει να αναζητήσουν νέους τρόπους διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού και να δώσουν έμφαση στην εκπαίδευση και την επανακατάρτιση των ανθρώπων τους, αλλά και την προσέλκυση ταλαντούχων νέων στελεχών».
Αυξήθηκαν οι δημόσιες εγγραφές στα διεθνή Χρηματιστήρια το γ΄ τρίμηνο του 2021

Συνέχισε την ανάπτυξή της η παγκόσμια αγορά δημόσιων εγγραφών στα διεθνή Χρηματιστήρια κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 2021, το οποίο ήταν το πιο ενεργό τρίτο τρίμηνο των τελευταίων 20 ετών ως προς τον αριθμό των συναλλαγών, αλλά και τα αντληθέντα κεφάλαια.
Σύμφωνα με παγκόσμια έρευνα της EY, Q3 2021 Global IPO Trends, κατά το τρίτο τρίμηνο του 2021 ολοκληρώθηκαν 547 δημόσιες εγγραφές, που συγκέντρωσαν 106,3 δισ. δολ. Αυτό μεταφράζεται σε 18% περισσότερες συμφωνίες από το προηγούμενο ιστορικό υψηλό του τρίτου τριμήνου του 2007, και 11% περισσότερα έσοδα από το τελευταίο αντίστοιχο ρεκόρ του τρίτου τριμήνου του 2020.
Από την αρχή του έτους μέχρι και σήμερα, πραγματοποιήθηκαν συνολικά 1.635 δημόσιες εγγραφές που συγκέντρωσαν 330,7 δισ. δολ., σημειώνοντας αύξηση 87% και 99% σε ετήσια βάση, αντίστοιχα. Συνολικά, οι δημόσιες εγγραφές που έχουν ολοκληρωθεί από την αρχή του έτους ως σήμερα, έχουν ήδη ξεπεράσει τις συνολικές επιδόσεις του 2020, τόσο ως προς τον αριθμό των συμφωνιών, όσο και ως προς τα έσοδα.
Βασικός παράγοντας που συνέβαλε στη ζωηρή δραστηριότητα των δημόσιων εγγραφών κατά το τρίτο τρίμηνο του 2021 ήταν η ανάκαμψη των αγορών στην περιοχή της Ευρώπης, Μέσης Ανατολής, Ινδίας και Αφρικής (EMEIA) – ιδιαίτερα των χρηματιστηρίων της Ευρώπης, της Ινδίας και του Τελ Αβίβ – καθώς και το γεγονός ότι οι εταιρείες που σχεδίαζαν δημόσιες εγγραφές επεδίωξαν να αντλήσουν κεφάλαια πριν από την αναμενόμενη σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής.
Με εξαίρεση την ευρωπαϊκή αγορά, η απουσία από τις δημόσιες εγγραφές των εταιρειών εξαγοράς ειδικού σκοπού (SPACs), που παρατηρήθηκε στο δεύτερο τρίμηνο, συνεχίστηκε και κατά το τρίτο τρίμηνο του 2021.
Μεταξύ των κλάδων της οικονομίας, η τεχνολογία, η υγεία και η βιομηχανία σημείωσαν την εντονότερη δραστηριότητα, διατηρώντας σταθερά το ενδιαφέρον των επενδυτών. Για πέμπτο συνεχόμενο τρίμηνο από το τρίτο τρίμηνο του 2020, η τεχνολογία συγκέντρωσε τον υψηλότερο αριθμό ετήσιων συναλλαγών (419), ενώ άντλησε τα μεγαλύτερα κεφάλαια (116,4 δισ. δολ.) για έκτο συνεχόμενο τρίμηνο, από το δεύτερο τρίμηνο του 2020. Ακολουθεί ο κλάδος της υγείας με 287 δημόσιες εγγραφές που συγκέντρωσαν 49,2 δισ. δολ., ενώ η βιομηχανία κατέλαβε την τρίτη θέση, με 204 δημόσιες εγγραφές να συγκεντρώνουν 35,3 δισ. δολ.
Η περιοχή της EMEIA σημείωσε ισχυρές επιδόσεις, με 476 δημόσιες εγγραφές, οι οποίες συγκέντρωσαν 73,7 δισ. δολ., επιτυγχάνοντας σημαντική αύξηση της τάξης του 263% και 313% αντίστοιχα, σε ετήσια βάση. Η ζωηρή ανάπτυξη στην περιοχή, σε σύγκριση με την περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού και την αμερικανική ήπειρο, δείχνει ότι οι αγορές της EMEIA δεν επηρεάζονται αμέσως από τη δραστηριότητα που καταγράφεται στον υπόλοιπο κόσμο.
Η τεχνολογία ξεπέρασε κατά πολύ τους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας, με 143 δημόσιες εγγραφές που συγκέντρωσαν 21,9 δισ. δολ.
Η δραστηριότητα δημόσιων εγγραφών στην αμερικανική ήπειρο παρέμεινε αμείωτη. Το 2021 αναδεικνύεται στην πιο ενεργή χρονιά των τελευταίων 20 ετών, τόσο ως προς τον αριθμό των συμφωνιών που πραγματοποιήθηκαν, όσο και ως προς τα έσοδα που αντλήθηκαν. Από την αρχή του έτους ως σήμερα, στην αμερικανική ήπειρο πραγματοποιήθηκαν 409 δημόσιες εγγραφές, οι οποίες συγκέντρωσαν 133,6 δισ. δολ., σημειώνοντας αύξηση 118% και 113%, αντίστοιχα, σε ετήσια βάση.
Ο κλάδος της υγείας κατέγραψε τις περισσότερες συμφωνίες, με 143 δημόσιες εγγραφές, συγκεντρώνοντας 29 δισ. δολ., ενώ η τεχνολογία συγκέντρωσε τα υψηλότερα έσοδα (60,2 δισ. δολ.) από 122 δημόσιες εγγραφές.
Ενώ η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού διατήρησε σταθερή δυναμική έως το τρίτο τρίμηνο του 2021, η περιοχή ενδέχεται σύντομα να παρουσιάσει επιβράδυνση, εξαιτίας των γεωπολιτικών εντάσεων και της παρατεταμένης αστάθειας.
Από την αρχή του έτους ως σήμερα, η περιοχή έχει καταγράψει 750 δημόσιες εγγραφές, σημειώνοντας αύξηση 35% σε ετήσια βάση, συγκεντρώνοντας 123,4 δισ. δολ. σε έσοδα, με 44% αύξηση από έτος σε έτος. Η τεχνολογία είναι ο πιο ενεργός κλάδος στην περιοχή, τόσο ως προς τον αριθμό των συμφωνιών (154), όσο και ως προς τα έσοδα (34,3 δισ. δολ.).
Έρευνα ΕΥ: Κρίσιμος ο ρόλος των CFOs στον επαναπροσδιορισμό του αύριο των επιχειρήσεων

Ο οικονομικός διευθυντής (CFO) αναμένεται να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στον επαναπροσδιορισμό του μέλλοντος των επιχειρήσεων, μετά το πέρας της πανδημίας του COVID-19, σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα της EY, DNA of the CFO 2020, η οποία κατέγραψε τις απόψεις περισσοτέρων από 800 CFOs και ανώτερων χρηματοοικονομικών στελεχών παγκοσμίως.
Περιγράφοντας τις μελλοντικές τους προτεραιότητες, το 86% των ερωτηθέντων αναμένουν ότι θα κληθούν να προστατεύσουν την επιχείρησή τους σήμερα, θέτοντας, παράλληλα, τα θεμέλια για τη μελλοντική ανάπτυξή της. Ταυτόχρονα, το 84% των ερωτηθέντων συμφωνούν ότι η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ βραχυπρόθεσμων αποτελεσμάτων και δημιουργίας μακροπρόθεσμης αξίας, θα καταστεί προτεραιότητα. Η επίτευξη αυτής της ισορροπίας περιλαμβάνει τις παραδοσιακές αρμοδιότητες ενός οικονομικού διευθυντή, όπως οι εταιρικές αναφορές, καθώς και νέες, όπως η επίβλεψη του ψηφιακού μετασχηματισμού.
Καθώς ανταποκρίνονται σε αυτές τις προτεραιότητες, οι CFOs θα πρέπει, επίσης, να ενισχύσουν τις σχέσεις τους με τα υπόλοιπα διευθυντικά στελέχη. Η έρευνα, ωστόσο, διαπίστωσε ότι το 52% των ερωτηθέντων ανέφεραν ότι έχουν περιορισμένη ή μηδενική συνεργασία με τον διευθυντή του ανθρώπινου δυναμικού (CHRO), ενώ το 44% αναφέρουν το ίδιο αναφορικά με τη σχέση τους με τον διευθυντή μάρκετινγκ (CMO).
Οι CFOs ως δημιουργοί της μακροπρόθεσμης αξίας
Σε μια αλλαγή που αντικατοπτρίζει τις τάσεις της αγοράς το 2020, οι CFOs αναγνωρίζουν τη σημασία μιας στρατηγικής που τροφοδοτείται από έναν ξεκάθαρο εταιρικό σκοπό, με το 82% των ερωτηθέντων να δηλώνουν ότι τα βασικά ενδιαφερόμενα μέρη, τους θεωρούν ολοένα και περισσότερο ως κύριους υπεύθυνους για τη δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας.
Επιπλέον, το 79% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι οι επενδυτές απαιτούν αυξημένη πληροφόρηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός τους δημιουργεί μακροπρόθεσμη αξία για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ενώ το 81% πιστεύουν ότι υπάρχει σημαντική αξία που δημιουργεί ο οργανισμός τους, η οποία δεν μπορεί να μετρηθεί ή να γνωστοποιηθεί μέσω των βασικών δεικτών χρηματοοικονομικών επιδόσεων (financial KPIs).
Οι χρηματοοικονομικές λειτουργίες των επιχειρήσεων αναμένεται να αναδιαμορφωθούν
Σύμφωνα με την έρευνα της EY, η απόδοση των αγορών αλλάζει ριζικά. Νέες εικονικές αγορές αναδύονται, καθώς οι οργανισμοί-γίγαντες που βασίζονται σε ψηφιακές πλατφόρμες, συνδέουν απρόσκοπτα αγοραστές και πωλητές, ενώ η τεχνολογική σύγκλιση μειώνει την αναποτελεσματικότητα και εξαλείφει τις τριβές.
Ένα περισσότερο ευέλικτο λειτουργικό μοντέλο, που εκτείνεται πέραν των αυστηρών φυσικών ορίων της επιχείρησης, πιθανότατα θα επιτρέψει στην οικονομική διεύθυνση να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στις διασυνδεδεμένες αγορές του μέλλοντος. Πολλοί οικονομικοί διευθυντές εκτιμούν ότι αυτό το ευέλικτο μέλλον για τις χρηματοοικονομικές λειτουργίες, θα γίνει πραγματικότητα μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. Πάνω από τα τρία τέταρτα (77%) των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι, έως το 2025, τα χρηματοοικονομικά πληροφοριακά συστήματα θα φιλοξενούνται στο υπολογιστικό νέφος (cloud), και όχι στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, ενώ το 74% πιστεύουν ότι οι χρηματοοικονομικές λειτουργίες θα είναι μέρος ενός οικοσυστήματος που θα βασίζεται στο blockchain.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο κος Χρήστος Βάρσος, Associate Partner της EY Ελλάδος και Επικεφαλής Συμβουλευτικών Υπηρεσιών προς CFOs, σχολίασε: «Είναι σαφές ότι στη μετά-COVID εποχή, ο CFO αναδεικνύεται ως ένας από τους βασικούς ρόλους που θα βοηθήσουν τις διοικήσεις των εταιρειών να ανασυνταχτούν και να αντιμετωπίσουν τις νέες προκλήσεις, δημιουργώντας, παράλληλα, μακροπρόθεσμη αξία. Για να πετύχουν σε αυτή τους την αποστολή, οι CFOs θα πρέπει να συνεργαστούν στενά με τα διευθυντικά στελέχη των υπολοίπων τμημάτων της επιχείρησης, προκειμένου να βελτιστοποιήσουν τον οικονομικό σχεδιασμό και την αποδοτικότερη διαχείριση πόρων, τα οποία είναι άμεσα συνδεδεμένα με την επιχειρησιακή λειτουργία της επιχείρησης και το μακροοικονομικό περιβάλλον όπου λειτουργεί η εταιρεία. Οι CFOs θα πρέπει, επίσης, να προσαρμόσουν τις χρηματοοικονομικές λειτουργίες στη νέα, διασυνδεδεμένη πραγματικότητα της ψηφιακής εποχής, και να αναπροσαρμόσουν το μοντέλο λειτουργίας τους με τη χρήση νέων τεχνολογιών, προκειμένου να βελτιώσουν την αποδοτικότητα και ποιότητα στην παροχή πληροφορίας -και όχι απλά δεδομένων- στον σωστό χρόνο, βοηθώντας, έτσι, τη διοίκηση, στη λήψη αποφάσεων».