Η σημερινή ημέρα ξεκίνησε με την είδηση της ισχυρής έκρηξης στην πόλη Ιντλίμπ της βορειοδυτικής Συρίας, κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον 19 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων 13 άμαχοι, και επιπλέον 80 τραυματίστηκαν, σύμφωνα με ανακοίνωση του Συριακού Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Εκφράζονται φόβοι ότι ο αριθμός των θυμάτων θα ανέβει, καθώς από την έκρηξη, που δεν είναι σαφές εάν οφειλόταν σε παγιδευμένο με εκρηκτικά αυτοκίνητο ή πύραυλο, καταστράφηκαν πολλά κτίρια, θάβοντας στα συντρίμμια δεκάδες ανθρώπους.

Η Ιντλίμπ είναι η τελευταία επαρχία που παραμένει ολόκληρη υπό τον έλεγχο ανταρτών και ειδικότερα υπό τη συμμαχία Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ, ενός συνόλου τζιχαντιστικών οργανώσεων με επικεφαλής το Μέτωπο Υποστήριξης, τον έως πρότινος βραχίονα της Αλ Κάιντα στη χώρα.

Σε διπλωματικό επίπεδο δραματικές είναι οι εξελίξεις, με τις ΗΠΑ να διαμηνύουν, έχοντας στο πλευρό τους και τη Γαλλία, ότι θα υπάρξει «σθεναρή απάντηση» στην επίθεση του καθεστώτος Άσαντ στην Ντούμα, στην οποία φέρεται να έγινε χρήση χημικών. 

 Όπως έγινε γνωστό, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε για δεύτερη φορά, μέσα σε δύο ημέρες, τηλεφωνική συνομιλία με τον Γάλλο πρόεδρο, Εμανουέλ Μακρόν, για τις εξελίξεις στη Συρία. Σύμφωνα με τη γαλλική προεδρία, οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι θα πρέπει να υπάρξει «σθεναρή αντίδραση» για την επίθεση στην Ντούμα. 

Στην Ουάσινγκτον ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, διεμήνυε: «Θα λάβουμε μια απόφαση απόψε ή πολύ σύντομα για τη φρικιαστική επίθεση». Η δήλωση αφορούσε στο ενδεχόμενο η Ουάσινγκτον να απαντήσει με στρατιωτική δράση, μετά την επίθεση στην Ντούμα, κοντά στη Δαμασκό, για την οποία η αμερικανική κυβέρνηση κατηγορεί τις δυνάμεις του Μπασάρ αλ Άσαντ ότι χρησιμοποίησαν τοξικά αέρια. «Έχουμε πολλές στρατιωτικές επιλογές», συμπλήρωσε. 

Από την πλευρά της η Μόσχα καταγγέλλει ως απαράδεκτο το αμερικανικό σχέδιο που προωθείται στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε στους δημοσιογράφους ο Ρώσος πρεσβευτής στον ΟΗΕ, Βασίλι Νεμπένζι, «περιέχει απαράδεκτα στοιχεία, που θα κάνουν τα πράγματα χειρότερα», εκφράζοντας παράλληλα την εκτίμηση ότι οι ΗΠΑ «επιζητούν περισσότερο τη στρατιωτική επιλογή, η οποία είναι πάρα πολύ επικίνδυνη».