«Εάν η Ελλάδα θέλει να αφήσει πίσω της την κρίση και κάποια στιγμή στο μέλλον να ξανασταθεί οικονομικά στα πόδια της, χρειάζεται μια ελάφρυνση του δημοσίου χρέους της», εκτιμά με άρθρο της η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt.
Συγκεκριμένα, στο άρθρο της η Handelsblatt αναφέρει: «Η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους έρχεται τώρα στην ημερήσια διάταξη των Ευρωπαίων ΥΠΟΙΚ, και ενώ η τεχνική προπαρασκευαστική διαδικασία σε επίπεδο ειδικών βρίσκεται σε εξέλιξη ήδη από το Μάρτιο ενόψει της συνάντησης των αρμόδιων Υπουργών της Ευρωζώνης στις 27 Απριλίου στη Σόφια. Στο πλαίσιό τη θα τεθεί το ζήτημα σχετικά με τη μετέπειτα πορεία για το θέμα της Ελλάδας, αλλά μία απόφαση δεν πρέπει να αναμένεται πριν η χώρα ολοκληρώσει επιτυχώς το τρέχον πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής».
Η εφημερίδα σημειώνει ότι το ύψος του ελληνικού δημοσίου χρέους σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία το Δεκέμβριο του 2017 διαμορφώθηκε στα 328,7 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ έως τα τέλη του 2018 εκτιμάται από το ελληνικό ΥΠΟΙΚ ότι θα ανέλθει στα 332 δισεκατομμύρια, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα τεράστιο βάρος δημοσίου χρέους που αγγίζει σχεδόν το 180% του ΑΕΠ της χώρας, ύψος που το κάνει να θεωρείται μη βιώσιμο.
Η Handelsblatt υποστηρίζει ότι το πώς θα διαμορφωθεί το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ως ποσοστό του ΑΕΠ της έως εκείνη τη χρονική περίοδο, εξαρτάται κυρίως από τον παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης, το δημοσιονομικό ισοζύγιο και από τους όρους υπό τους οποίους η χώρα θα μπορεί να αντλήσει χρηματοδότηση από τις διεθνείς χρηματαγορές. Εκείνο, όμως, που θεωρείται σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί να γίνει κάτι χωρίς την παροχή ελαφρύνσεων, τονίζει.
«Οι διεθνείς πιστωτές έχουν βάσιμους λόγους προσέγγισης με την Αθήνα», αναφέρει, ενώ το ερώτημα που τίθεται στη συνέχεια είναι εάν η Ελλάδα θα καταφέρει να αποπληρώσει κάποια στιγμή τα χρέη της προς τους δημόσιους, διεθνείς πιστωτές της -ESM, EFSF, ΔΝΤ, ΕΚΤ και κράτη- μέλη της Ευρωζώνης.
«Προς το παρόν η Αθήνα δεν αντιμετωπίζει ακόμη δυσκολίες να εξυπηρετήσει τις οφειλές της, ενώ η περίοδος εξόφλησης των δανείων από το ΔΝΤ ξεκινά το 2023. Ωστόσο, μετά η κατάσταση μπορεί να καταστεί κρίσιμη, καθώς με βάση τον έως τώρα σχεδιασμό, η αποπληρωμή των δανείων εκτείνεται ως το 2059», τονίζεται στο δημοσίευμα.