Απροετοίμαστες είναι οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις για την εφαρμογή του νέου Κανονισμού GDPR, ενώ και οι καταναλωτές από την πλευρά τους φαίνονται ανήσυχοι σχετικά με τη διαχείριση των προσωπικών τους στοιχείων.
Αυτό προκύπτει από έρευνα που πραγματοποίησε η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ), σε συνεργασία με το Σύνδεσμο Εταιρειών Κινητών Εφαρμογών Ελλάδος (ΣΕΚΕΕ) και την Kapa Research.
Τα κυριότερα συμπεράσματα της έρευνας -που πραγματοποιήθηκε το διάστημα από 15 έως 21 Μαΐου 2018 σε δείγμα 1.004 επιχειρήσεων- είναι τα εξής:
1) 1 στις 3 επιχειρήσεις δεν γνωρίζει αν έχει υποχρέωση δήλωσης στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων σχετικά με τα αρχεία που τηρεί για τους πελάτες (για το προσωπικό το ποσοστό ανέρχεται στο 39%).
2) Αντίστοιχα, το 43% των επιχειρήσεων δεν γνωρίζει τίποτα σχετικά με το νέο Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ενώ 1 στις 3 απλά έχει ακούσει σχετικά.
3) Επιπρόσθετα, το 47% των επιχειρήσεων δεν γνωρίζει ποιες είναι οι υποχρεώσεις της επιχείρησης σχετικά με την τήρηση του νέου Κανονισμού, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό αδυνατεί να προσδιορίσει επακριβώς την υποχρέωση που έχει για την απρόσκοπτη τήρηση των αρχείων.
4) 4 στις 5 επιχειρήσεις δεν έχουν προβεί σε καμιά ενέργεια για να προετοιμαστούν εσωτερικά για το νέο Κανονισμό, ενώ το 82% δεν διαθέτει κάποιο σχέδιο έκτακτης δράσης για την παραβίαση των δεδομένων.
5) Το 80% των επιχειρήσεων που τηρούν αρχεία, τα έχουν καταχωρημένα σε ηλεκτρονική μορφή (κυρίως σε υπολογιστικές μονάδες εντός της επιχείρησης).
6) Ενδεικτικό της σύγχυσης και της ευαλωτότητας των μικρών επιχειρήσεων είναι το γεγονός ότι πάνω από 1 στις 5 επιχειρήσεις έχει δεχτεί κρούση για να καλύψει την υποχρέωση συμμόρφωσης αγοράζοντας υπηρεσίες συμβουλευτικής από ιδιωτικούς παρόχους, οι οποίες υπερβαίνουν τα 1.000 ευρώ ετησίως. Αν ισχύσει αυτή η τιμή ως τιμή ισορροπίας στην αγορά, η συντριπτική πλειονότητα των μικρών επιχειρήσεων θα αδυνατεί να ανταποκριθεί.
7) Σε αντιδιαστολή με την καταγεγραμμένη έλλειψη γνώσης και πληροφόρησης, η πλειονότητα των επιχειρήσεων ανησυχεί για την τήρηση του Κανονισμού (55%) και φοβάται ότι ενδεχόμενα θα γίνει αποδέκτης κάποιας ποινής ή προστίμου (58%).
8) Αξιοσημείωτη είναι η άποψη που εκφράζει ο κόσμος της επιχειρηματικότητας σχετικά με τους χαμένους και κερδισμένους που θα προκύψουν ως έμμεση απόρροια της εφαρμογής του νέου Κανονισμού. Το 68% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι εξυπηρετεί τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών προστασίας δεδομένων, ενώ το 69% ότι λειτουργεί εις βάρος των μικρών επιχειρήσεων.
9) Ως προς τον ενδεδειγμένο και πιο αξιόπιστο τρόπο ενημέρωσης, φαίνεται ότι οι επιχειρήσεις εμπιστεύονται τους άμεσους συνεργάτες τους, αλλά και τους κοινωνικούς φορείς, προκειμένου να λάβουν κάποια πληροφορία επί του θέματος, ενώ αντίθετα πολύ χαμηλά ποσοστά καταγράφουν οι επαγγελματίες – σύμβουλοι της αγοράς και οι φορείς του Δημοσίου. Εξάλλου, 2 στις 3 επιχειρήσεις ενδεχομένως αναζητούσαν πληροφορίες από μια γραμμή δωρεάν ενημέρωσης.
10) Εκ μέρους των καταναλωτών, τα ευρήματα της έρευνας καταδεικνύουν μια ιδιαίτερη ανησυχία σχετικά με τη διαχείριση των προσωπικών τους στοιχείων, με 3 στους 4 πολίτες να ανησυχούν για την ασφάλεια των προσωπικών τους δεδομένων, ενώ οι δείκτες εμπιστοσύνης των πολιτών προς τις επιχειρήσεις που συλλέγουν μαζικά τέτοια δεδομένα (τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, ηλεκτρονικές πλατφόρμες, μέσα δικτύωσης) είναι πολύ χαμηλοί.
Από τη μεριά της η ΓΣΕΒΕΕ εκτιμά ότι η ορθότητα της εφαρμογής ενός τόσο σημαντικού μηχανισμού που θα διασφαλίζει τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών, των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, δεν θα πρέπει να προσκρούει σε αυστηρές διοικητικές αγκυλώσεις και προτυποποιημένες αγοραίες διευθετήσεις, και καταθέτει ένα πλέγμα προτάσεων που θα προασπίζουν:
– Την ίση μεταχείριση και προστασία πολιτών και επιχειρήσεων.
– Τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.
– Τους ίσους όρους ανταγωνισμού.
– Την αναπαραγωγή της πραγματικής οικονομίας, χωρίς επιπρόσθετα κόστη.
Πιο συγκεκριμένα, η ΓΣΕΒΕΕ προτείνει:
– Τη δημιουργία ενός μηχανισμού υποστήριξης επιχειρήσεων για τη σταδιακή προσαρμογή τους στο νέο Κανονισμό (ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας).
– Την ανάληψη ενημέρωσης των μικρών επιχειρήσεων από τις μονάδες των συλλογικών φορέων και υπηρεσιών που διαθέτουν, χωρίς κόστος.
– Την έκδοση ενός οδηγού που θα περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις των επί μέρους κλάδων για την ορθή τήρηση του αρχείου (π.χ. επιχειρήσεις εστίασης/ κέντρα αθλητισμού, κέντρα περιποίησης, συνεργεία, καταστήματα που ασκούν ηλεκτρονικό εμπόριο κ.ά.).